φαλίς

φαλίς
φαλίς, ίδος, ἡ, die Priesterin der Hera zu Argos, wahrscheinlich von φαλός, wegen der weißen Tracht

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • φαλίς — (I) ίδος, ἡ, Α (κατά τον Ησύχ.) «κάνναβις». [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από το επίθ. φαλός «λευκός», λόγω τού χρώματος τής κάνναβης. Για ανάλογες ονομασίες τής κάνναβης προερχόμενες από επίθ. με σημ. «λευκός» πρβλ. σερβ. belojka, σλοβεν.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”